[lang_en]

THE MONOGRAM (1971) Odysseas Elytis

Translated by: Constantinos Neophytou Greek Flag

I’ll mourn forever -do you hear me?- for you, alone, in Paradise

I

Like a keymaster, Fate will twist
The wrinkles in the palm
Time will concede for a moment

How else, if people love each other

Will the heavens present our guts
And will innocence strike the world
With the scythe of the black death.

II

I mourn the sun and I mourn the years coming
Without us and I sing the others gone by
If it’s true

Knowing bodies and boats that sweetly glided
The guitars that flickered in the rain
The “believe me”s and the “don’t”s
Once in the air, once to the music

The two small animals, our hands
That tried secretly to climb one another
The cool pot through garden gates ajar
And the pieces of the seas coming together
Beyond the stone walls, behind the fences
The anemone sitting on your hand
And shuddered three times as purple three days above the waterfalls

If this song is true
The wooden beam and the square tapestry
On the wall, the Mermaid with the undone hair
The cat looking at us in the darkness
Child with incense and a red cross
During twilight at the unapproachable rocks
I mourn the clothes I touched and the world came to me.

III

So I speak of you and me

Because I love you and in love i know
How to head in like a Full Moon
From all directions, for your little foot in the vast sheets
Plucking jasmine – and I have the strength
Dozed off, to blow and take you
Through moonlit passages and secret sea caves
Hypnotized trees with silvery spiders

The waves have heard of you
How you carress, how you kiss
How you whisper the “what” and the “eh”
Around your neck, at the bay
We are always the light and the shade

You’re always the little star and I’m always the dark vessel
You’re always the port and I’m the light on the right
The wet jetty and the glitter on the oars
High on the vine-laden house
The bound roses, the cooling water
You’re always the stone satatue and I’m always the growing shadow
You the hanging shutter, I the wind that opens it
Because I love you and I love you
You’re always the coing and I’m the worship that gives it value:

As the night, as the roar in the wind
As the drop in the air, as the stillness
As the magestic sea
Star-filled chamber of the sky
So your faintest breath

That I no longer have anything else
In the four walls, the ceiling, the floor
To shout for you and my own echo hitting me
To smell of your scent and people to get angry
Because the untested and foreign
People can’t stand and it’s early, do you hear me
It’s still early in this world my love

To speak of you and me.

IV

It’s still early in this world, do you hear me
The monsters have not been tamed, do you hear me
My lost blood and the sharp, do you hear me
Knife
Like a ram racing in the heavens
Breaking the branches of the stars, do you hear me
It’s me, do you hear me
I love you, do you hear me
Holding you and taking you and dressing you
In Ophelia’s white wedding dress, do you hear me
Where are you leaving me, where are you going and who, do you hear me

Is holding your hand over the floods

The huge basins and the volcanic lavas
There will be one day, do you hear me
When they’ll bury us, and after thousands of years
They’ll turn us into precious stones, do you hear me
To crush on them the heartlessness, do you hear me
Of Man
And throw the thousand pieces

In the water one by one, do you hear me
I count my bitter pebbles, do you hear me
And time is a big church, do you hear me
Where once the figures
Of the Saints
Shed real tears, do you hear me
The bells tear in the sky, do you hear me
A deep passage for me to pass
The angels await with candles and eulogies
I’m not going anywhere, do you hear me
Either nobody or both of us together, do you hear me
This flower of the storm and, do you hear me
Of love
We cut it once and for all
And it cannot blossom otherwise, do you hear me
In another earth, in another star, do you hear me
The ground, the air that we touched,
Is no longer the same, do you hear me

And no gardener was happy in other times

From so much winter and north winds, do you hear me
The budding flower, just us, do you hear me
In the middle of the ocean
By the power of love alone, do you hear me
We created a whole island, do you hear me
With caves and headlands and blossoming cliffs
Listen, listen
Who’s talking to the water and who’s crying -are you listening?
Who’s searching for others, who’s yelling – are you listening?
I’m the one who’s yelling, I’m the one who’s crying, do you hear me
I love you, I love you, do you hear me.

V

VI

VII

[/lang_en] [lang_el]

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971) Οδυσσέας Ελύτης

Μετάφραση στα Αγγλικά: Κωνσταντίνος Νεοφύτου English Flag

Θά πενθώ πάντα — μ’ακούς; — γιά σένα,
 μόνος, στόν Παράδεισο

I

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

II

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά «πίστεψέ με» και τα «μή»
Μιά στόν αέρα μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα, τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές, πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

III

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού, γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό «τί» καί τό «έ»
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

IV

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό, μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ακούς
Είμ’εγώ, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις, πού πάς καί ποιός, μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα, μ’ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-ένα, μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς
Σ’άλλη γή, σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει — ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς.

V

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί, λέει, νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω, πιό κεί, προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τούς κόλπους, τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού, μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα, ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ, μπορεί, καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα, νά τά περιστέρια, νά η αρχαία μας γή.

VI

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος, καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

[/lang_el]

|